- εξοφλητικό
- εξοφλητικό, το βλ. εξοφλητήριο.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
εξοφλητήριος — ο 1. εξοφλητικός 2. το ουδ. ως ουσ. το εξοφλητήριο το εξοφλητικό. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1887 στην εφημερίδα Ακρόπολις] … Dictionary of Greek
εξοφλητικός — ή, ό 1. αυτός που γίνεται για εξόφληση, συντάσσεται κατά την εξόφληση («εξοφλητική απόδειξη») 2. το ουδ. ως ουσ. το εξοφλητικό(ν) έγγραφο με το οποίο βεβαιώνεται η εξόφληση χρέους. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1840 στο Λεξικόν Νομοτεχνικόν… … Dictionary of Greek
πτώμα — το / πτῶμα, ΝΜΑ το ανθρώπινο σώμα μετά την επέλευση τού θανάτου (α. «οι δρόμοι είχαν γεμίσει πτώματα» β. «ὅπου γὰρ ἐὰν ᾖ τὸ πτῶμα, ἐκεῑ συναχθήσονται οἱ ἀετοί», Π. Δ. γ. «Ἑλένης πτῶμ , ἰδὼν ἐν αἵματι» Ευρ.) νεοελλ. μτφ. άνθρωπος εξαντλημένος… … Dictionary of Greek
ρελατωρία — ἡ, Α εξοφλητικό έγγραφο, απόδειξη παραλαβής ή πληρωμής. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. relator «αυτός που κάνει αναφορά, απολογισμό» (< refero «αναφέρω»)] … Dictionary of Greek
εξοφλητήριο — εξοφλητήριο, το και εξοφλητικό, το (ενν. έγγραφο), έγγραφη απόδειξη για εξόφληση χρέους … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
εξοφλητικός — ή, ό 1. που ανήκει ή αναφέρεται στην εξόφληση (βλ. λ.), που γίνεται για εξόφληση: Εξοφλητική απόδειξη. 2. το ουδ. ως ουσ., εξοφλητικό (βλ. λ.) … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)